23.9.17

Σμύρνη: Από τον κοσμοπολιτισμό έως τους εθνικισμούς


Η Σμύρνη στα μέσα του 19ου αιώνα γοητεύει με τον αστραφτερό κοσμοπολιτισμό της. Προάγγελος της τόσο επίκαιρης σήμερα πολυπολιτισμικότητας, συγκεντρώνει στους κόλπους της όλες τις ανθρώπινες ομάδες των Βαλκανίων και της Εγγύς Ανατολής. Σταυροδρόμι λαών, πολιτισμών, θρησκειών, ιδεών. Πρότυπο πνευματικής άνθησης, οικονομικής ευμάρειας και κοινωνικής προόδου.



Ο ερευνητής και συγγραφέας Hervé Georgelin δίνει ανάγλυφα την περίπλοκη ιστορία αυτής της ιδιαίτερης πληθυσμιακής μείξης. Εξετάζει την κοινωνική και πολιτική ζωή στην οθωμανική Σμύρνη από το τέλος της δεκαετίας του 1870 έως τις παραμονές του α΄ παγκοσμίου πολέμου και την καταστροφή της πόλης. Περιγράφει τις δραστηριότητες, τις πρακτικές και την αλληλεπίδραση των διαφορετικών πληθυσμών, εξετάζοντας τις επιρροές που δέχονται από τις μητροπόλεις της Ευρώπης. Φωτίζει την εύθραυστη συνύπαρξή τους υπό το πρίσμα της διαφορετικής παιδείας που προωθεί η κάθε εθνότητα, παράγοντας αποσταθεροποιητικός, όπως υποστηρίζει, για μια ομοιογενή τοπική κουλτούρα.



Στο πολιτικό σκηνικό, τα ιστορικά γεγονότα ερμηνεύονται σε δύο αντικρουόμενα επίπεδα: την επίσημη κρατική γραμμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το τοπικό κοινοτικό πνεύμα που στηρίζουν οι κάτοικοι ανεξαρτήτως εθνικών καταβολών. Το τέλος της Σμύρνης είναι τελικά η αρχή του βίαιου τέλους όλων των κοσμοπολίτικων πόλεων της Ανατολικής Μεσογείου.

Ο Hervé Georgelin είναι λέκτορας Ιστορίας στο Τμήμα Τουρκικών σπουδών του ΕΚΠΑ. Ήταν διδάκτωρ Ιστορίας και πολιτισμών του École des Hautes Études en Sciences Sociales, ερευνητής στην έδρα Ζαν Μονέ του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Φλωρεντίας και μέλος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών. Έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα για το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.


Hervé Georgelin

Σμύρνη: Από τον κοσμοπολιτισμό έως τους εθνικισμούς

Μετάφραση: Μαρία Μαλαφέκα 

2η έκδοση
Αθήνα, Κέδρος 2017


360 σελ.

ISBN: 978-960-04-3437-8

Η βιωματική κυρία Άσα


31o Δημοτικό Σχολείο, Σαράντα Εκκλησιές

γράφει η Άννα Κουστινούδη


(Για τη Βερονίκη, τον Λεωνίδα, τον Παντελή, 
που από [συμ]μαθητούδια της Α΄ Δημοτικού, 
βρεθήκαμε δάσκαλοι και δασκάλες του Διαπολιτισμικού).

Τη λέγανε κυρία Άσα. Την πρώτη μου (μας) δασκάλα της Α΄ Δημοτικού. Τη θυμάμαι μεσόκοπη, μάλλον κοντούλα, μελαχρινή και κάπως ευτραφή, με μπάσα και ελαφρώς βραχνή φωνή, και διαρκώς χαμογελαστή.  Εν μέσω Χούντας, παρελάμβανε τα πρωτάκια εκείνου του Σεπτέμβρη του 1971 από τα χέρια των μανάδων και των γιαγιάδων που τα έφερναν – με απειλές (ενίοτε και ξυλιές) ή με καλοπιάσματα, ανάλογα με την περίπτωση – μέχρι τη βαριά σιδερένια εξώπορτα του πέτρινου 31ου δημοτικού σχολείου 40 Εκκλησιών. Κρατούσε ψηλά με το ένα της χέρι κάτι που έμοιαζε με λάβαρο, όμορφα στολισμένο με κορδελίτσες, λουλουδάκια και φρουτάκια. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ένα καρτελάκι που έγραφε με μεγάλα κεφαλαία γράμματα «Α’ Δημοτικού».
Ήμουν από εκείνα τα πρωτάκια της χρονιάς μου πού ούτε απειλές ούτε και καλοπιάσματα χρειάστηκαν για να πάνε σχολείο, αφού τα δύο προηγούμενα χρόνια ―ελλείψει νηπιαγωγείου στον συνοικισμό μας― τα πέρασα κρεμασμένη στα κάγκελα του μικρού μας μπαλκονιού, που αγνάντευε από αρκετά μεγάλη απόσταση ολόκληρο το πέτρινο σχολικό κτίριο και την αυλή του, περιμένοντας να έρθει και για μένα το πλήρωμα του (σχολικού) χρόνου. Άπραγο και ολομόναχο μοναχοπαίδι της κακοτράχαλης τότε (και τώρα) οδού Νοταρά (μόνο ο Στέργιος υπήρχε στη γειτονιά, κι εκείνος ήταν ένα χρόνο μικρότερος και φιλάσθενος), κάθε πρωί παρακολουθούσα βιωματικώς, ανελλιπώς και απαρεγκλίτως, τη συγκέντρωση στη γραμμή των μαθητών και των μαθητριών, το πανομοιότυπο κούνημα των δεξιών χεριών( πάνω-κάτω-δεξιά-αριστερά-κέντρο), την προσευχή και την έπαρση της σημαίας μετά του εθνικού ύμνου. Φορούσα μάλιστα (δανεικιά) την παλιά, ξεθωριασμένη, μπλε ποδιά και το άσπρο πικεδένιο γιακαδάκι της Αθανασούλας (της μεγαλύτερης αδελφής του Στέργιου), και είχα μάθει απέξω κι ανακατωτά την καθημερινή διαδικασία που εκτυλισσόταν μηχανιστικά (βρέξει-χιονίσει), από Δευτέρα μέχρι και Σάββατο, στην αυλή του σχολείου. Την ακολουθούσα πιστά κι εγώ από το μπαλκόνι μας, μιμούμενη τις ίδιες ακριβώς κινήσεις και ψάλλοντας δυνατά, αν και δεν καταλάβαινα και πολύ καλά ―λόγω απόστασης από το σημείο των τεκταινόμενων ― τα στρατιωτικά παραγγέλματα των δασκάλων. Όταν έλεγαν, λ.χ., «στοιχηθείτε» και αμέσως μετά εκείνο το «ατενώς», εγώ άκουγα «ατμός», «ατνός» ή κάτι τέτοιο, κι όταν ρώτησα τη μάνα να μου εξηγήσει τι ακριβώς λένε και τι σημαίνουν τα λόγια αυτά, εκείνη δεν ήξερε να μου πει. Ήμουν ωστόσο μία καθημερινή, εξάχρονη, απελπιστικά κωμική φιγούρα/παλιάτσος στο μπαλκόνι μας, σαν εκείνες του Μπέκετ. Διετέλεσα ξεκαρδιστικό θέαμα-ακρόαμα της οδού Νοταρά για τη γειτονιά, που δεν έχανε το σπαρταριστό πρωινό μου δρώμενο με τίποτα!  Μα εγώ ζήλευα τόσο πολύ, ήθελα να είμαι κι εγώ εκεί, μαζί με τ’ άλλα παιδιά, όχι μόνο στη γραμμή μα και στα ενδότερα της αίθουσας, εκεί που μάθαιναν τα λεγόμενα γράμματα. Μα ήμουν μικρή ακόμα κι έπρεπε να περιμένω. Άτιμο πράγμα η μοναξιά, και μάλιστα η παιδική.
Όταν λοιπόν με παρέλαβε η κυρία Άσα, εμένα και την άδεια σάκα μου, εκείνο το πρωί του Σεπτέμβρη του 1971, πήρε στα χέρια της έτοιμο φρούτο, ώριμο, γινωμένο και ιδεολογικά πουσαρισμένο, όλο μεράκι και χαρά για σχολειό και  γράμματα, αλλά προπάντων, για συνομήλικη συντροφιά. Άφησα το χέρι της μάνας κι έπιασα, κάπως ντροπαλά, της κυρίας  Άσας. Εκείνη παίνεψε εν πρώτοις τα γαλάζια μου μάτια κι είπε στη μάνα: «Τι χαρούμενο παιδάκι είναι αυτό, προβλέπω μεγάλη πρόοδο και επίδοση!» Κι η μάνα, όλο καμάρι, μ’ άφησε ξένοιαστη στα χέρια της δασκάλας κι αποσύρθηκε. Κι ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που με πήγε στο σχολείο. Από τη δεύτερη κιόλας μέρα, πήγαινα μόνη μου, κι ήταν χαρά και γλέντι ο δρόμος για το σχολείο και τώρα πια άρχισα κι εγώ, επίσημα πλέον, να συμμετέχω στα πρωινά τελετουργικά της γραμμής, του «στοιχηθείτε», του «ατενώς», του «Σε γνωρίζω από την όψη» κτλ. Και τ’ άλλα τα πρωτάκια, μαζί και η δασκάλα, απορούσαν κι αναρωτιόντουσαν πού τα ’ξερα εγώ τόσο καλά όλα αυτά και τα εκτελούσα εντελώς σωστά σαν προγραμματισμένο μηχανικό παιχνίδι, που έψαχνε το δόλιο να σκαρφιστεί τρόπους να διασκεδάσει την αφόρητη ανία και πλήξη τής μέχρι τούδε ασυντρόφευτης παιδικής υπόστασής του.
Η σάκα μου γέμισε με τετράδια, βιβλία ―όλα καπλαντισμένα και νοικοκυρεμένα υπό την επίβλεψη της Κυρίας μας― και με όλα τα άλλα σχολικά είδη. Η Κυρία Άσα αποδείχθηκε θησαυρός ανεκτίμητος. Τι παιχνίδια, τι θεατρικά, τι παντομίμες, τι πλαστελίνες, τι ομορφοτυπωμένα (με stencil) καρτελάκια, καθημερινά, με προτασούλες του τύπου: «Φάγαμε γλυκά μήλα» και μας μοίραζε φρέσκα μήλα του Σεπτέμβρη μαζί με το καρτελάκι της ημέρας, που τα τρώγαμε λαίμαργα και μοσχομύριζε η τάξη. Επίσης: «μετρώ με ξυλαράκια» και μας γέμιζε χρωματιστά ξυλαράκια να μάθουμε αριθμητική διασκεδάζοντας, παίζοντας. Υλοποιημένη, βιωματική μάθηση το 1970, τώρα που το σκέφτομαι, και ακόμα θυμάμαι και χαίρομαι. Μας μάθαινε ακόμα να δοκιμάζουμε γεύσεις· μέχρι και βρώμη έμαθα να τρώω εκεί μαζί της, γιατί την ανακατεύαμε με γάλα, μήλο και μέλι (βάζαμε και κανέλα) την ώρα του κολατσιού, και πρώτη και καλύτερη η κόρη της κυρίας, η Στάσα, την έτρωγε! Δεν ξανασυνάντησα άλλη τέτοια δασκάλα και δάσκαλο ομού, καθ΄ όλη τη διάρκεια των μετέπειτα εγκύκλιων σπουδών μου, κι αυτό είναι ένα παράπονό μου, μία έλλειψη οδυνηρή.
Αλλά, ως γνωστόν, τα καλά πράγματα στη ζωή κρατάνε λίγο. Εξακριβωμένο. Μέχρι τον Φλεβάρη του 1972, για την ακρίβεια. Τότε δηλαδή που η πρώτη τάξη μας χωρίστηκε σε δύο τμήματα – ήρθαν κι άλλα παιδάκια εν τω μεταξύ και πλήθυνε οριακά το ένα και μοναδικό, ώς τότε, τμήμα. Ο διαχωρισμός έγινε με αυστηρά αλφαβητική σειρά! Βρέθηκα, φυσικά, στο 2ο τμήμα, με καινούργια δασκάλα, νεοφερμένη, ξερακιανή, φωνακλού – μια αποκρουστικά τσιριχτή φωνή  θυμάμαι –  και καταθλιπτική, ένα πλάσμα θλιβερό και κατακουρασμένο. Το όνομά της το απώθησε η μνήμη στα άδυτά της, αλλά τη θυμάμαι να κάθεται μόνιμα στην έδρα με τη ζακέτα ή το παλτό ανάρηχα ριγμένο στους ώμους, με το βιβλίο ανοιχτό μπροστά της να απαγγέλλει αδιάφορα το μάθημα κι εμείς να καθόμαστε ακίνητα, βαριεστημένα, αδίδακτα κι απορημένα με το ανέλπιστο σχολικό  ριζικό μας. Πού πήγαν τα καρτελάκια, τα ξυλαράκια, οι πλαστελίνες, τα μήλα, τα παιχνίδια, οι μεταμφιέσεις, οι παντομίμες, όλα εκείνα τα ωραία βιωματικά της κυρίας Άσας, που σ΄ έκαναν να μαθαίνεις και να διασκεδάζεις ταυτόχρονα; Μείνανε και συνεχίστηκαν στο τμήμα Α1, στους τυχερούς εκείνους και εκείνες που το επώνυμό  τους άρχιζε από «Α» έως και «Ι».  Έχασα τον σχολικό μου κόσμο όλο κάτω απ’ τα πόδια μου μαζί με την Κυρία Άσα κι έχυσα δάκρυα ατέλειωτα στο σπίτι.
Τα έφερε έτσι η τύχη κι έγινα δασκάλα. Ποτέ δεν το μετάνιωσα κι ούτε ποτέ με φαντάστηκα να κάνω κάτι άλλο. Μαζί με μένα και η Βερονίκη, ο Λεωνίδας και ο Παντελής, οι φίλοι/ες-συμμαθητές  από το θρανίο της Α΄ Δημοτικού, και μετέπειτα (τύχη αγαθή) συνάδελφοι στο Διαπολιτισμικό Γυμνάσιο. Ο Λεωνίδας ήταν από τους τυχερούς που μείνανε με την κυρία Άσα. Οι υπόλοιποι/ες βιώσαμε το υπόλοιπο της σχολικής χρονιάς ως κοινό τραύμα παιδικό, και ίσως αθεράπευτο. Ο Λεωνίδας και ο Παντελής εξακολουθούν να διαμένουν στην οδό Νοταρά και σήμερα διδάσκουν στο Πειραματικό του κέντρου. Εγώ και η Βερονίκη παραμένουμε στο Διαπολιτισμικό. Κανένας από τους τέσσερίς μας δεν κάθεται στην έδρα όταν κάνουμε μάθημα. Πάντα, σχεδόν, όρθιοι/ες και κοιτάμε τα παιδιά μας στα μάτια.

[ Η Άννα Κουστινούδη γεννήθηκε το 1964 στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται ως καθηγήτρια Αγγλικής Γλώσσας στο Διαπολιτισμικό Γυμνάσιο Ευόσμου. Είναι διδάκτωρ Λογοτεχνίας του τμήματος Αγγλικής γλώσσας & Φιλολογίας του Α.Π.Θ., στο οποίο έχει διδάξει μαθήματα λογοτεχνίας και Δεξιοτήτων Έρευνας ως λέκτορας επί συμβάσει. Οι δημοσιεύσεις της και τα ακαδημαϊκά - ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζουν κυρίως, αλλά όχι μόνο, στο βικτωριανό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα και στη θεωρία και κριτική της λογοτεχνίας, με έμφαση στην αφηγηματολογία, τον μεταδομισμό, τον φεμινισμό και την ψυχανάλυση. Ακαδημαϊκά άρθρα της και βιβλιοκρισίες της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα αγγλόφωνα περιοδικά και ανθολογίες. Άρθρα της, πεζά, μεταφράσεις και βιβλιοκρισίες της έχουν επίσης δημοσιευτεί σε ελληνικά έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, όπως Παρέμβαση, Το Δέντρο, Οροπέδιο, Εντευκτήριο, Εμβόλιμον, Φρέαρ, The Books Journal Vakxikon, Bibliotheque κ.ά. Η μονογραφία της με τίτλο: "The Split Subject of Narration in Elizabeth Gaskell’s First-Person Fiction" (To Διχασμένο Αφηγηματικό Υποκείμενο στα Πρωτοπρόσωπα Έργα της Ελίζαμπεθ Γκάσκελ) εκδόθηκε το 2011 και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Lexington Books". ]
-->


-->

16.9.17

Το μπλε πηλίκιο και ένα "τραύμα"



γράφει ο Κώστας Μαρίνος

Το δηλώνω από την αρχή. Μου άρεζε το σχολείο. Και για να σας κάνω να το πιστέψετε, θα προσθέσω ότι οι γονείς μου με βρήκαν να περιμένω έξω από την κλειστή πόρτα του νηπιαγωγείου της γειτονιάς μου, πριν καν φτάσω σε ηλικία που θα μου επέτρεπε να περάσω και στο εσωτερικό του.
Έφτασε βεβαίως, και έτσι μπήκα στα «μικρά νήπια» και την επόμενη χρονιά στα «μεγάλα νήπια» ― διαχωρισμοί που μάλλον δεν ισχύουν στις μέρες μας.
Δεν άργησε ―μόνο έξι χρόνια πέρασαν― και η στιγμή της αποφοίτησης από το δημοτικό, με το απολυτήριο να γράφει 9 (!), ναι εννέα, γεγονός που προκάλεσε μεγάλη ενδοοικογενειακή θύελλα, αφού θεωρήθηκε όνειδος για την τιμή όλων των μελών της και ένδειξη ότι θα κατέληγα εργάτης ή ζητιάνος ή κάτι χειρότερο ―εάν υπάρχει κάτι χειρότερο.
Όμως, όπως λένε οι σοφοί, ο χρόνος επουλώνει τα τραύματα, οι απειλές ξεχάστηκαν και, καθώς περνούσε το καλοκαίρι, ετοιμαζόμασταν όλοι οικογενειακώς για το επόμενο μεγάλο βήμα. Την είσοδο μου στο Γυμνάσιο. Όχι, δεν αγωνιούσα αλλά ήθελα να είμαι καλά προετοιμασμένος από κάθε πλευρά. Και ως πρώτο εφόδιο για την επόμενη περίοδο της ζωής μου, πίστευα πως έπρεπε να αγοράσουμε ένα πηλίκιο.
Μπλε, με μια χρυσή κουκουβάγια πάνω από το μαύρο, γυαλιστερό γείσο, με περίμενε στη βιτρίνα καταστήματος στην κεντρική οδό της επαρχιακής πόλης όπου μεγάλωνα. Για την αγορά του με συνόδευσε περήφανος ο πατέρας μου. Κουβέντιασε με τον καταστηματάρχη, εγώ περίμενα και περίμενα, έως ότου έφtασε η στιγμή της δοκιμής. Μια στιγμή που θα έπρεπε να την αφηγηθώ στον ψυχαναλυτή μου αλλά, αφού δεν κατέφυγα έως τώρα στη βοήθειά του, ας την εξομολογηθώ εδώ.
«Και τι μεγάλο κεφάλι έχεις!» Αυτή ήταν η φράση του καταστηματάρχη. Ήταν οριστικό. Είχα μεγάλο κεφάλι αφού έπρεπε να δοκιμάσω το ένα καπέλο μετά το άλλο έως ότου βρεθεί το κατάλληλο μέγεθος για μένα. Βρέθηκε τελικά, το αγοράσαμε αλλά το πήρα στο σπίτι με κατεβασμένο από ντροπή το «μεγάλο κεφάλι» μου. Μπορεί να είχα αποκτήσει τον τίτλο του γυμνασιόπαιδα που θα φορούσε υποχρεωτικά πηλίκιο αλλά εκείνος ο χαρακτηρισμός δεν έβγαινε από το μυαλό μου. Καπέλο πάνω σε μεγάλο κεφάλι;

Όμως, λίγο πριν από την έναρξη της σχολικής χρονιάς όλα άλλαξαν. Ήρθε η ανακοίνωση της κυβέρνησης: καταργήθηκε η μπλε ποδιά για τα κορίτσια, καταργήθηκε και το μπλε πηλίκιο για τα αγόρια. Ασκεπείς εμφανιστήκαμε όλοι στον αγιασμό για τη νέα χρονιά, το πηλίκιο κάπου άρχισε να μαζεύει σκόνη έως ότου πετάχτηκε στα σκουπίδια, ξέχασα το «μεγάλο» κεφάλι, συνάντησα φίλους παλιούς και έκανα νέους, με καθοδήγησαν καθηγητές που τιμούσαν το λειτούργημά τους, και κάτι ακόμα: διέψευσα τους φόβους των γονιών μου ότι θα κατέληγα εργάτης ή ζητιάνος ― ή και κάτι χειρότερο.
Τις φωτογραφίες πρόσφερε από το προσωπικό της αρχείο η Μένη Κυριάκογλου. ]

[ Ο Κώστας Μαρίνος είναι δημοσιογράφος ]

H σχέση μου με τα Γράμματα




γράφει η Ελένη Χοντολίδου

Είμαι το δεύτερο και τελευταίο παιδί μιας ενδιαφέρουσας οικογένειας· ενδιαφέρουσας γιατί και οι δύο γονείς ήταν νεόπτωχοι πρόσφυγες Πόντιοι, δηλαδή οι παππούδες μου ήταν πλούσιοι και ως πρόσφυγες έχασαν τη γη κάτω απ’ τα πόδια τους.

Ο πατέρας μου επιθυμούσε να τελειώσουμε το σχολείο και να  δουλέψουμε σε καμιά τράπεζα. Αυτό αποδείχτηκε πολύ χαμηλός στόχος, καθώς η κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη αδελφή μου, που είναι και η διάνοια της οικογένειας, διέπρεψε από πολύ νωρίς. Να φανταστείτε τη χαρά του όταν μία χρονιά, ως θεατής της μαθητικής παρέλασης, έβλεπε τη μεγάλη του κόρη σημαιοφόρο και τη μικρή παραστάτρια! Και ακολούθησαν οι σπουδές στο Πανεπιστήμιο και τα υπόλοιπα μεγαλεία: η Εριφύλη στην Αρχιτεκτονική, εγώ Φιλοσοφική, αφού όμως απέδειξα αυτά που όφειλα στον εαυτό μου να αποδείξω, ότι δηλαδή η Φιλοσοφική είναι επιλογή και όχι ανάγκη. 


Η πρώτη μου ανάμνηση γραμματισμού ήταν όταν η αδελφή μου διάβαζε και έγραφε τα μαθήματά της, και εγώ στο πλάι έσκαγα από τη ζήλεια μου. Το χειρότερο ήταν όταν επισκεπτόμασταν το υπέροχο ιδιωτικό της σχολείο και μου έτρεχαν τα σάλια με όλα τα τετράδια καλλιγραφίας, αντιγραφής, τα μελάνια, τους κονδυλοφόρους και όλα τα σχετικά: κοντολογίς, γεννήθηκα "φύτουλας". Άρχισα να "διαβάζω" μόνη μου, δηλαδή να λέω τα παραμύθια μου σαν να τα διαβάζω, γυρνώντας τις σελίδες εκεί που έπρεπε, ξεγελώντας τους πάντες ― πλην θείου Γιάννη. Έμαθα την προπαίδεια πριν πάω σχολείο και διάβασα κανονικά πριν πάω στην Α΄ Δημοτικού. Κάνοντας παρέα με τον αρχιεργάτη της διπλανής πολυκατοικίας, που χτιζόταν όσο ήμουνα πέντε χρονών, έλεγα διάφορες σπάνιες και εξωτικές λέξεις όπως «κονίαμα», «σκυρόδεμα», «μπετόν»…, εξ ού και θεώρησαν ότι είμαι ο Baby Wims και με πήγαν σε ψυχίατρο, για να πιστοποιήσει τον δείκτη ευφυΐας μου. Εγώ μούγκα· ούτε στα προβολικά τεστ ανταποκρίθηκα ούτε άνοιξα το στόμα μου. Δεν ξέρω τι θα γινόταν εάν το τεστ έδειχνε 200... Θα με γυρνούσαν στα παζάρια και στις αγορές; Θα με έβαζαν εσωτερική στο Harvard; Εγώ πάντως δεν συνεργάστηκα με το ψυχιατρικό κατεστημένο της πόλης μας. Αργότερα, με τον κατά πολύ μεγαλύτερό μου ψυχίατρο γίναμε συνάδελφοι και του το θύμισα γελώντας…

Στα κανονικά μου έφτιαχνα πέντε ιστορίες στην καθισιά, τις οποίες "παίζαμε" με τις φίλες μου μελοδραματικές ιστορίες που προέκυπταν από τις ραδιοφωνικές σειρές που άκουγα με πάθος κεντώντας, τις ελληνικές και τουρκικές ταινίες που βλέπαμε διψασμένα, όταν δεν διαβάζαμε κλασσικά εικονογραφημένα, το μικρό και το μεγάλο Μίκυ Μάους που έφερνε ο πατέρας μας κάθε Σάββατο μεσημέρι.

Στο σπίτι υπήρχε ραδιόφωνο, πικ απ, και μεγάλη (νόμιζα τότε) βιβλιοθήκη με παιδικά βιβλία, λεξικά, εγκυκλοπαίδειες, ελληνική και ξένη λογοτεχνία. Και γυναικεία περιοδικά: Γυναίκα και Πάνθεον. Μετά, ανακάλυψα τη Δημοτική Βιβλιοθήκη, παράλληλα με την αίσθηση ότι η γνώση είναι δύναμη: "εκείνος", ανεψιός του Μανόλη Αναγνωστάκη, με είχε προσέξει ακριβώς γιατί διάβαζα, και νομίζω ότι τότε ήταν που μεταμορφώθηκα από παιδί-αναγνώστρια σε συνειδητή αναγνώστρια. Από εκεί διάβασα τα κλασικά παιδικά βιβλία και άρχισα τις βουτιές και στα πιο σοβαρά… Η κάθοδος από τις 40 Εκκλησιές στη Δημοτική Βιβλιοθήκη, η περιήγηση στις σειρές των βιβλίων, το άνοιγμα, το χάιδεμα των βιβλίων, η μυρωδιά τους, τα σχόλια των προηγούμενων αναγνωστών, και ο υπάλληλος της βιβλιοθήκης που με είχε προσέξει, όλα αυτά διατηρούν ακόμη μία μαγεία μέσα μου, είναι από τις πιο ξεχωριστές μου αναμνήσεις. 
-->

-->

Εντευκτήριο Νο 112: Αναλυτικά περιεχόμενα





ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

Σελίδες για την Κική Δημουλά, ελληνική και ξένη ποίηση και πεζογραφία, άρθρα, κριτικές και παρουσιάσεις βιβλίων, φωτογραφικό ένθετο

Τχ. 112, 144 σελ., τιμή 10,00 ευρώ




Η Κική Δημουλά στην τελετή αναγόρευσής της σε επίτιμη διδάκτορα του Α.Π.Θ.
Δεξιά στη φωτογραφία η κόρη της Έλση.


ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ
«[...] Τις φορές που ερωτήθηκα τι είναι ποίηση απάντησα: Ρωτήστε τη σοφή άγνοια...
Κι εγώ, πιστή στην άγνοια, αυτοσχεδιάζω ότι η ποίηση είναι από τα πιο επηρμένα μυστήρια, τα πιο αχανή, και μόνον ικανοποίηση στις παρομοιώσεις δίνεις αν πεις ότι η ποίηση είναι ένα μείγμα εύγευστων δηλητηρίων σε χρυσά δελεαστικά ποτήρια, ή ακόμα ότι είναι ο πειρασμός, ο δαίμονας που μπαίνει ξαφνικά στο σώμα του κανονικού, προκαλώντας έναν σεληνιασμό γόνιμο, ή ακόμα ότι είναι ένα είδος ευθανασίας των πραγμάτων που υποφέρουν μέσα μας, είτε ως ανικανοποίητα είτε ως προδομένα… [...] Ανυπόφορη η πραγματικότητα της προχωρημένης ηλικίας. Για να την απομακρύνω, δανείζομαι κάθε τόσο νεότητα και περιέργεια από το παρελθόν, μήπως και εκμαιεύσω απάντηση στο ερώτημά μου: Ποιος άραγε να έπλασε αυτή την άγνωστή μας βεβαιότητα που είναι η ποίηση, ως ασφαλέστερη από τη γνωστή που είναι η ζωή; Αφελής ερώτηση.» Απόσπασμα από την ομιλία της Κικής Δημουλά στην τελετή αναγόρευσής της σε επίτιμη διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών, ομιλία η οποία “ανοίγει” το νέο τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο», στο οποίο επίσης δημοσιεύονται ένα εντυπωσιακής πυκνότητας και διεισδυτικότητας δοκίμιο-κριτική του νέου ποιητή Ένο Αγκόλλι για την πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή της Δημουλά, «Άνω τελεία». Σ’ αυτές τις «Σελίδες για την Κική Δημουλά» περιλαμβάνεται ακόμη η κριτική της Σουηδής Εύα Στρεμ για την ανθολογία ποιημάτων της Δημουλά στα σουηδικά, που επιμελήθηκαν και μετέφρασαν η Μαργαρίτα Μέλμπεργκ και ο Γιαν Χένρικ Σβαν.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΟΙΗΣΗ - ΔΟΚΙΜΙΟ          
Ο (αλβανικής καταγωγής) Ένο Αγκόλλι μεταφράζει και τρία ποιήματα της Αλβανίδας Λουλιέτα Λεσανάκου, από τις σημαντικότερες φωνές της μεταδιδακτορικής Αλβανίας, με διεθνή μάλιστα αναγνώριση, που ο Αμερικανός κριτικός Peter Constantine θεωρεί «μία από τις αυθεντικότερες και πιο πρωτότυπες ποιήτριες της γενιάς της». Ο εγκατεστημένος στη Νέα Υόρκη Χρήστος Τσιάμης παρουσιάζει τον Νικαραγουανό Φρανσίσκο ντε Ασίς Φερνάντεζ και μεταφράζει έξι ποιήματά του, ενώ ο Θανάσης Ράπτης παρουσιάζει τη Μεξικανή Αντέλα Φερνάντες και μεταφράζει δύο διηγήματά της. Ακόμη, η Δήμητρα Κολλιάκου μεταφράζει ένα σπαρακτικό ποίημα της Λιου Σια, συζύγου του Κινέζου αντιφρονούντα Λιου Σιαμπό (Νομπέλ Ειρήνης 2010), που πέθανε πρόσφατα, έχοντας εκτίσει διαδοχικές ποινές φυλάκισης επί δεκαετίες.
Στο ίδιο τεύχος, ποιήματα των Γιώργου Βέλτσου, Δημήτρη Αθηνάκη, Έλσας Κορνέτη, Γιώργου Παναγιωτίδη , Χλόης Κουτσουμπέλη, Κώστα Ριζάκη και Θεόδωρου Στεφανίδη (1896-1983), τον οποίο παρουσιάζει και μεταφράζει η Βέρα Κονιδάρη.


 Ο Θεόδωρος Στεφανίδης

Ακόμη, πεζά των Βασίλη Αμανατίδη, Γιάννη Ατζακά, Άκη Παπαντώνη, Ηλία Παπαμόσχου, Γλυκερίας Πατραμάνη, Νίκης Γιάνναρη, Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή, Ευσταθίας Ματζαρίδου, Γιώργου Λιόλιου και Γιώργου Κορμανού.
Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη γράφει για την Αμερικανίδα ποιήτρια Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (1911-1979) και για την ανθολογία ποιημάτων της που επιμελήθηκε και μετέφρασε ο Γιώργος Παναγιωτίδης.


Η Ελίζαμπεθ Μπίσοπ

 Την εικονογράφηση της ενότητας της λογοτεχνίας επέλεξε ο Γαβρήλος Κοντομανίκης.


ΚΡΙΤΙΚΗ               
Τις κριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις του τεύχους γράφουν οι: Βαγγέλης Χατζηβασιλείoυ (Μιχάλη Μοδινού: Εκουατόρια)· Μαρία Στασινοπούλου (Μαρία Τσιμά: Το λιθόστρατο)· Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος (Κατερίνας Παναγιωτοπούλου: Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες)· Κυριάκος Συφιλτζόγλου και Γεωργία Τριανταφυλλίδου (Βασίλη Δασκαλάκη: Παράλληλη μνήμη)· Κοσμάς Χαρπαντίδης (Διαμαντή Αξιώτη: Με χίλιους τρόμους γενναίος)· Καίτη Στεφανάκη (Μαρίας Κουγιουμτζή: Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα)· Δήμητρα Παυλάκου (Αριστέας Παπαλεξάνδρου: Μας προσπερνά)· Βάνα Χαραλαμπίδου (Αλέξανδρου Μασσαβέτα: Μικρά Ασία)· Νένα Κοκκινάκη (Δημήτρης Τσινικόπουλος: Το μυστήριο του κακού)·  Γιάννης Βιτσαράς (Νατάσα Χατζιδάκι: Via Dolorosa).
Ακόμη, στην τακτική στήλη «Βιβλία στο κομοδίνο», οι Βασίλης Αμανατίδης, Γιάννης Σκαραγκάς, Νίκος Αδάμ Βουδούρης και Γιώργος Κορδομενίδης σχολιάζουν πρόσφατες εκδόσεις.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΝΘΕΤΟ              



Η Camera Obscura, το ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων για την καλλιτεχνική φωτογραφία, παρουσιάζει έργα του Γιάννη Παντελίδη (υπό τον γενικό τίτλο «Αρχέτυπα και αδιέξοδα»), για τα οποία ο Ηρακλής Παπαϊωάννου επισημαίνει: «[...] Ο Γιάννης Παντελίδης είναι από τους λίγους σύγχρονους Έλληνες φωτογράφους το έργο των οποίων είναι ποικιλότροπα προσηλωμένο στη μελέτη του τοπίου. Στη νέα του εργασία απεικονίζει τον αστικό χώρο του κέντρου της Θεσσαλονίκης από το ύψος της ταράτσας, αναδεικνύοντάς τον σαν ένα άτακτο αμάλγαμα τσιμεντένιων όγκων που ορίζονται από κάθετες ευθείες ή τεθλασμένες γραμμές. [...] Ο Παντελίδης είναι ένας προσεκτικός όσο και παράδοξος παρατηρητής του τοπίου: εκλαμβάνει τον ανοιχτό χώρο ως καίρια πρόκληση και ανεξερεύνητη δυνατότητα, που ελέγχεται όμως επίμονα από όρια, υπαρκτά και νοητά. Ο διαρκής αυτός μετεωρισμός ανάμεσα στα όρια και στην πνευματική απόπειρα υπέρβασής τους, και συγχρόνως η σχολαστική μελέτη της φόρμας, προσδίδουν στις φωτογραφίες του ζωτικότητα, παρά την εμμονή στην ανάγνωση του απόλυτα κοινότοπου.».



Στο εξώφυλλο του τεύχους φωτογραφία της Γκέλης Δούμπη.

[ με τη θερμή παράκληση να αξιοποιηθεί ως δημοσιογραφική ύλη ]
-->